Αναρτήθηκε από: lina2410 | 08/03/2004

Η Γυναίκα μέσα από την Ελληνική Ποίηση

 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

1.Εάν λαλώ τας γλώσσας των ανθρώπων και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, έγεινα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. 2. Και εάν έχω προφητείαν και εξεύρω πάντα τα μυστήρια και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε να μετατοπίζω όρη, αγάπην δε μη έχω, είμαι ουδέν. 3. Και εάν πάντα τα υπάρχοντά μου διανείμω, και εάν παραδώσω το σώμα μου δια να καυθώ, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι. 4. Η αγάπη μακροθυμεί, αγαθοποιεί, η αγάπη δε φθονεί, η αγάπη δεν αυθαδιάζει, δεν επέρεται, 5. δεν ασχημονεί, δεν ζητεί τα εαυτής, δεν παροξύνεται, δεν διαλογίζεται το κακόν, 6. δεν χαίρει εις την αδικίαν, συγχαίρει δε εις την αλήθειαν. 7.πάντα ανέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. 8. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.

 

Τα άλλα, όμως, είται προφητείαι είναι θέλουσι καταργηθεί. Είτε γλώσσαι, θέλουσι παύσει. Είτε γνώσις θέλει καταργηθεί. 9. Διότι κατά μέρος γιγνώσκομεν και κατά μέρος προφητεύομεν. 10.Όταν όμως έλθει το τέλειον, τότε το κατά μέρος θέλει καταργηθεί. 11. Ότε ήμην νήπιος,ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος εσυλλογιζόμην. Ότε όμως έγινα ανήρ, κατήργησα τα του νηπίου. 12.Διότι τώρα βλέπομεν δια κατόπτρου αινιγματωδώς, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον. Τώρα γνωρίζω κατά μέρος, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον. Τώρα γνωρίζω κατά μέρος, τότε δε θέλω γνωρίσει καθώς και εγνωρίσθην.

 

13. Τώρα δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. Μεγαλητέρα δε τούτων είναι η αγάπη.

 

Με την αγάπη μοναδική μας αποσκευή, ξεκινάμε για το μεγάλο ταξίδι μέσα στο χρόνο. Σκοπός του ταξιδιού να δούμε το πρόσωπο της γυναίκας, να γνωρίσουμε αυτήν που έζησε τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν από μας. Μινωικός πολιτισμός. Αιγαίο πέλαγος. Κρήτη. Μουσείο Ηρακλείου. Και κοντά στο Ηράκλειο η Κνωσός. Μας περιμένει.

 

Σταματάει ο χρόνος. Τα κατάπληκτα μάτια μας, σταματάνε πάνω στις τοιχογραφίες. Απαλά, ζεστά τα χρώματα. Υποβλητική η ατμόσφαιρα. Επιβλητική, μεγαλόπρεπη η μορφή της. Πανέμορφη, έξυπνα μακιγιαρισμένη, τα μαλλιά μαύρα, βοστρυχωτά στο μέτωπο, μαζεμένα ψηλά, στολισμένα με κοσμήματα, καταλήγουν σε πλεξίδες, πλεγμένες με κοσμήματα. Κινήσεις γεμάτες χάρη καθώς συνομιλεί με τις φίλες της «στη Γιορτή των Ανακτόρων», κάποιοι βόστρυχοι ακουμπούν στο στήθος, στο γυμνό στήθος, το τέλειο μέσα στο Ελληνικό φως.

Μας περιμένει εκεί. Με χαμόγελο αυτοπεποίθησης, η πιο ανεξάρτητη, η πιο περήφανη, η πιο σεβαστή γυναίκα όλων των εποχών. Εδώ γύρω ζούσε. Εδώ τριγύριζε ελεύθερη μέσα στο πλήθος. Δούλευε στα χωράφια. Άλεθε σιτάρι, δημιουργούσε μέσα στα εργαστήρια της αγγειοπλαστικής, ή ύφαινε στο σπίτι. Το γούστο εξευγενισμένο. Φούστα μακριά. Στενή στους γοφούς. Φάρδαινε απαλά κάτω. Ή ίσια σκιστή στο πλάι, μέση λεπτή, υπερβολικά λεπτή για να αναδεικνύει το στήθος ελεύθερο, ακάλυπτο, ή πότε καλυμμένο κομψά με ύφασμα διάφανο.

 

Η γυναίκα που κάθονταν στις πρώτες θέσεις στο θέατρο και στους αγώνες. Κάπου εδώ γύρω περιέφερε τα γυμνά πόδια της, πότε ντυμένα με λευκά υποδήματα κεντημένα με χρωματιστές χάντρες στα λουριά, «οι κυρίες με τα γαλάζια», η «παριζιάνα», «η μικρή θεά των όφεων», με τα χέρια τεντωμένα με χάρη, «η μεγάλη θεά των όφεων» σοβαρή, σκεφτική, «οι κυρίες που παρακολουθούν το χορό των κοριτσιών» με τη νεανική φρεσκάδα και τις πολύχρωμες φούστες στο «ιερό άλσος».

Οι συνδυασμοί των χρωμάτων στην ενδυμασία, τα χρυσά αντικείμενα τέχνης  που στόλιζαν την ομορφιά της, μαρτυρούν έναν πλούσιο και πολυτελή πολιτισμό, ο οποίος αναδύθηκε από το σκοτάδι στο φως από τον αρχαιολόγο Αρθούρο Έβανς μόλις το 1900. Δυστυχώς είναι νωρίς ακόμα μέσα από την ποίηση που ενέπνευσε, γιατί η ανάγνωση της Μινωικής γραφής είναι το όνειρο που ακόμα δεν έγινε πραγματικότητα.

 

«Αμέσως φόρεσε γοργά ανάλαφρο τ’ άσπρο ρούχο /κι έφυγε από το θάλαμο χύνοντας μαύρο δάκρυ./Όχι μονάχη, μα μαζί με τις πιστές της πίσω / την Αίθρα του Πειθέα παιδί και την Κλυμένη επίσης / με τα μεγάλα μάτια της, κι έφτασαν γρήγορα εκεί / που είναι οι Σκαιές οι πύλες.

Εκεί ο Πρίαμος κάθονταν κι ο Πάνθοος μαζί του / Θυμοίτης, Λάμπος και κοντά καθόταν ο Κλυτίος, / κι αυτός ο Ουκαλέγοντας κι ο Αντήνορας επίσης / κι οι δυο τους γνωστικοί πολύ, σύμβουλοι του λαού τους. / Κι έτσι όπως καμάρωναν κι έβλεπαν την Ελένη / νάρχεται προς το μέρος τους με γρήγορο το βήμα / σιγά κρυφομουρμούριζαν τα φτερωτά τα λόγια:/ «Πώς να θυμώσεις, τι να πεις που Αχαιοί και Τρώες / σε βάσανα μπήκαν πολλά για μια τέτοια Γυναίκα! / Μοιάζει στην όψη τρομερά με τις Αθάνατες Θεές!»

 

 Όμηρος. Χίλια περίπου χρόνια αργότερα. Η Ηρωική εποχή. Ιλιάδα. Το πρώτο μνημείο του Ελληνικού ποιητικού λόγου που σώθηκε. Το ασύγκριτο κάλλος της «ωραίας Ελένης» της «Θεάς των γυναικών», αιτία πολέμου. Ένας κατακτητικός πόλεμος εξωραϊζεται με την ομορφιά της. «Αν έλλειπε η γυναίκα από την Ηρωική εποχή», μας λένε οι μελετητές, «ο άνδρας θα ήταν αγροίκος». «Και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλικάρια»: Πού αργότερα, στο δημοτικό τραγούδι, θα επανέλθει η καταστροφική δύναμη της ομορφιάς, με τη Μαρία Πενταγιώτισσα.

                        

 «Ο ξακουστός τραγουδιστής κοντά τους τραγουδούσε /  κι αυτοί καθόντανε άλαλοι ν’ ακούσουν το τραγούδι, / για τον πικρό των αχαιών το γυρισμό απ’ την Τροία, / όπως η λιοπερίχυτη τον όρισε Παλλάδα./ Κι ως άκουσε απ’ τ’ ανώγι της τ’ αθάνατο τραγούδι, / Η Πηνελόπη η φρόνιμη του Τηλεμάχου η μάνα, / απ’ την ψηλή κατέβηκε του πύργου της τη σκάλα, / όχι μονάχη, πήγαιναν και οι δυο μαζί της σκλάβες. / Κι ως έφτασε η ασύγκριτη γυναίκα στους Μνηστήρες, / στάθηκε στης καλόφκιαστης σκεπής κοντά στο στύλο, / σκεπάζοντας τα μάγουλα, με τη λαμπρή της μπόλια, / κι είχε στο κάθε της πλευρό και μια πιστή της σκλάβα, / και στο θεϊκό τραγουδιστή έτσι με δάκρυα είπε: / «Κι άλλα πολλά που τους θνητούς μαγεύουν, Φήμιε, ξέρεις / γι ανθρώπων έργα και Θεών που τάκαμαν τραγούδι./ Έλα τραγούδα απ’ όλα αυτά, κι άφωνοι τούτοι ας πίνουν. / Αυτό όμως μην το ξαναπείς το θλιβερό τραγούδι / Που πάντα μέσα στην καρδιά στα στήθια με πληγώνει, / Κι ο πόνος αλησμόνητος τα σπλάχνα μου θερίζει. / Γιατί τον άντρα μου ποθώ κι αιώνια τον θυμούμαι, / Πούναι μεγάλη η δόξα του στ’ Άργος και στην Ελλάδα»./  

 

Οδύσσεια. Πηνελόπη. Η γυναίκα σύμβολο πίστης, φρονιμάδας, υπομονής, σταθερότητας στην αγάπη και στην αναμονή.

 Έτσι έφτασαν ως εμάς, περνώντας μέσα από τους αιώνες. Η Ελένη, η γυναίκα ομορφιά. Η Πηνελόπη, η γυναίκα υπομονή. Θέλετε να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά; Αξίζει τον κόπο.

 

 «Όχι μονάχη, μα μαζί με τις πιστές της πίσω,/  την Αίθρα του Πειθέα  παιδί, και την Κλυμένη, επίσης» 

η Ελένη περιφέρει τα κάλλη της στα προπύλαια της Τροίας, στην Ιλιάδα.

 

«Όχι μονάχη, πήγαιναν κι οι δυο μαζί της σκλάβες»

 

η Πηνελόπη κατεβαίνει από το δωμάτιό της να μαλώσει τον Φήμιο που διασκεδάζει με το τραγούδι του τους μνηστήρες.

 

Όχι μονάχη. Ουκ οίη, στην αρχή του στίχου Γ143 στην Ιλιάδα

Όχι μονάχη. Ουκ οίη, στην αρχή του στίχου Α331 στην Οδύσσεια.

 

Αυτό το εμφατικό «ουκ οίη», στην αρχή των στίχων, δεν θα μας βγει σε καλό. Αυτό το «όχι μονάχη» που τονίζεται ιδιαίτερα, είναι η αρχή του περιορισμού της ελευθερίας της γυναίκας.

«Μόν’ σπίτι τώρα πήγαινε να κάτσεις στις δουλειές σου, / στη ρόκα και στον αργαλειό και πάρε και τις σκλάβες./ Κι όσο γι αυτά που μίλησες οι άντρες θα φροντίσουν, / Όλοι κι απ’ όλους πρώτα εγώ που ορίζω μέσ’ στο σπίτι»,

θα πει ο Τηλέμαχος στη μητέρα του. Το αρσενικό παιδί παίρνει στα χέρια του τη διακυβέρνηση του σπιτιού, όταν ο πατέρας απουσιάζει.

 

«Μόν’ σπίτι τώρα πήγαινε να κάτσεις στις δουλειές σου,/ στη ρόκα και στον αργαλειό…» στην Οδύσσεια

«Στην Ελένη με τ’ άσπρα χέρια κατέφθασε η Ίριδα / σαν αγγελιοφόρος. Τη βρήκε μέσ’ στην κάμαρα / να υφαίνει το διπλό πανί, το πορφυρό πανί της», στην Ιλιάδα.

 

 Όσο διαφορετικοί και αν είναι οι ρόλοι των δύο πρωταγωνιστριών στα Ομηρικά έπη, όσο διαφορετικά τα σύμβολα, οι ασχολίες είναι οι ίδιες, και ο χώρος ο ίδιος. Η κάμαρα. Η μεγαλοπρέπεια της ανεξαρτησίας και της συμμετοχής της γυναίκας στα κοινά της Μινωικής εποχής, δίνει τη θέση της στην εξύμνηση της φρονιμάδας της να ασχολείται με τον αργαλειό και τα κεντήματά της, στην κάμαρα.

Την ίδια εποχή ο Αχιλλέας προσφέρει «μια γυναίκα εξασκημένη στη χειροτεχνία» σαν έπαθλο στις αρματοδρομίες, ενώ ο Οδυσσέας, οχτώ χρόνια εραστής της Θεάς Καλυψώς και αργότερα της Κίρκης και ύστερα υποψήφιος σύζυγος της Ναυσικάς, θεοποιείται.

Τα χρόνια περνούν. Τα ήθη και τα έθιμα μεταβάλλονται σιγά-σιγά. Το ποτάμι κυλά. Οι όχθες σκάβονται από μέσα λίγο-λίγο.

 

«Ατιμάζετε, παιδιά μου, τα δώρα τα καλά των Μουσών / όταν λέτε, θα σε στέψουμε, αγαπητή Σαπφώ / άριστη της καθαρής λύρας παίκτρια. / Δεν γνωρίζεται ότι το δέρμα μου το γέμισε ρυτίδες ο χρόνος /  Και τα μαλλιά μου άσπρισαν που κάποτε ήταν μαύρα;

 

Όπως η νύχτα η αστερόεσσα ακολουθεί τη ροδοδάχτυλη αυγή / Και το σκοτάδι κουβαλάει στης γης τα πέρατα / Έτσι κι ο θάνατος τα ζωντανά καταδιώκει όντα / Και τελικά τα συλλαμβάνει!»  

 

 Η γυναίκα μέσα από την ποίηση της γυναίκας. Η σοφία. Οι ρυτίδες. Τα άσπρα μαλλιά. Ο θάνατος. Η Σαπφώ. Η πρώτη χρονικά και αξιολογικά ποιήτρια στην Ελληνική ποίηση.

 

 Τιμήθηκε και στην εποχή της και από τους μεταγενέστερους. Ολόκληρος ο Ελληνικός κόσμος, όταν έλεγε «η ποιήτρια», εννοούσε τη Σαπφώ, όπως όταν έλεγε «ο ποιητής», εννοούσε τον Όμηρο. Ο Σωκράτης την αποκαλούσε «η ωραία» και ο Πλάτωνας «δέκατη μούσα».

Ο Σόλωνας, λέει ο Σταβαίος, όταν άκουσε σε συμπόσιο τον ανεψιό του Εξηστεκίδη να τραγουδάει ένα άσμα της Σαπφώς, ζήτησε να το διδαχτεί. Όταν ρωτήθηκε «γιατί;», απάντησε: «θέλω να το μάθω, και να πεθάνω».

 

«Και σούλεγα, απ’ τα γένια σου πιασμένη,/ που τώρα αγγίζω ικέτισσα: «Κι εσένα / άραγε εγώ; Στο σπίτι το δικό μου / θα τ’ αξιωθώ να σε φιλεύω, γέρο, / γι’ αντίχαρη των κόπων που έχεις κάνει / για την ανατροφή μου, εσύ, πατέρα; / Αυτά όλα τα θυμάμαι εγώ, μα εσύ / τα λησμονείς και θέλεις να με σφάξεις./ Στον Πέλοπα  σ’ ορκίζω, μην το κάνεις./ Και στο γονιό σου τον Ατρέα, κι ακόμα / Στη μάνα μου, που τώρα αφού με πόνους / Με γέννησε, λαβαίνει κι άλλον πόνο».   

Στην Ιφιγένεια στην Αυλίδα του Ευριπίδη, η γυναίκα θυσία.

Ο χρυσός Αιώνας. Περικλής. Ασπασία. Δημοκρατία . Ρητορική. Φιλοσοφία. Ζωγραφική και γλυπτική. Αρχιτεκτονική και Παρθενώνας. Μαθηματικά και Επιστήμες. Ιπποκράτης και Ιατρική. Σωκράτης και Σοφιστές. Πλάτωνας. Πίνδαρος. Διονυσιακό θέατρο. Αισχύλος. Σοφοκλής. Ευριπίδης. Αριστοφάνης. Ηρόδοτος. Θουκυδίδης. Στωικοί. Επικούρειος φιλοσοφία. Ηθική. Ιδεαλισμός. Κυνισμός. Φιλανθρωπία. Θεολογία. Αναξαγόρας. Ηράκλειτος. Ζήνωνας. Παρμενίδης. Δημόκριτος. Εμπεδοκλής. Ξενοφών.

«Εκτός από τα μηχανήματα, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα αιωνόβιο στον πολιτισμό μας που να μην προέρχεται από τον αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό», λέει ο Will Durant.

 

Τέταρτος αιώνας. Ο χρυσός αιώνας. Το ζενίθ του πολιτισμού. Και η Γυναίκα;. Εκπληκτικό, όπως και τα άλλα στον πολιτισμό αυτό, είναι το γεγονός ότι παρουσιάζεται λαμπρός, χωρίς τη βοήθεια των γυναικών. Η Ομηρική εποχή, απέκτησε μεγαλείο με τη βοήθειά τους. Η εποχή των Τυράννων λυρική ακτινοβολία. Ύστερα μέσα σε μια νύχτα σχεδόν, οι παντρεμένες γυναίκες εξαφανίζονται από την ιστορία των Ελλήνων, για να ανατρέψουν θάλεγε κανένας την υποτιθέμενη σχέση μεταξύ του επιπέδου του πολιτισμού και της θέσης της γυναίκας, σχολιάζουν οι μελετητές.

 

«Το όνομα μιας ευπρεπούς γυναίκας, καθώς και το πρόσωπό της πρέπει να εγκλείονται στο σπίτι», επαναλαμβάνει ο Πλούταρχος, ύστερα από το Θουκυδίδη. Και ο Δημοσθένης λέει απλά: «Έχουμε εταίρες για την απόλαυσή μας, παλακίδες για την καθημερινή υγεία του σώματός μας, και συζύγους για να γεννούν νόμιμα παιδιά και να είναι μόνιμοι φρουροί του σπιτιού μας».

 

«Και τώρα άκου. Ορθά κοφτά θα σου μιλήσω / κι όχι με των υπαινιγμών λοξοδρομίες./ Πρώτα – ναι, αυτό θα σου χτυπήσω πρώτα –/ του Τάνταλου φονιάς, του πρώτου μου άντρα,/ με το στανιό γυναίκα σου με πήρες,/ και το μωρό μου, αφού μέσ’ απ’ τον κόρφο / μου το άρπαξες, τόριξες πάνω στ’ άλλα / λάφυρα που σούπεσαν στον κλήρο./ 

 

Τα δυο μου αδέλφια, οι γιοι του Δία, ρίχτηκαν / πάνω σου λαμπροί στα κάτασπρα τα άτια, / μα στον Τυνδάρεω πρόσπεσες ικέτης, / σ’ έσωσε αυτός, ο γέρος μου πατέρας, / και στο κρεβάτι μου έτσι ξαναμπήκες.

Φιλιώθηκα μαζί σου, κι από τότε / δεν θ’ αρνηθείς πως αψεγάδιαστη ήμουν / για σε και για το σπίτι σου γυναίκα./ Στα ερωτικά ηθική, καλή οικονόμα, / έτσι που, κι όταν μπαίνεις χαρά να έχεις / κι έξω σα βγαίνεις, να είσαι ευτυχισμένος.

Σούκαμα αυτό το αγόρι και τρεις κόρες / Που εσύ σκληρά τη μία την αρπάζεις./ Κι αν κάποιος σε ρωτήσει για ποιο λόγο / θα τη σκοτώσεις, πες, τι θ’ απαντήσεις;»   

 

Κλυταιμνήστρα, η γυναίκα, σύζυγος και μάνα.

Αντίθετα από τη Σπαρτιάτισσα, που διατήρησε την υψηλή Ομηρική θέση και τα προνόμια που επέζησαν από την αρχαία μητριαρχική κοινωνία, η Κλυταιμνήστρα δεν εισακούγεται. Φωνάζει, εκλιπαρεί, απειλεί, σπαράζει ενώ η Σπαρτιάτισσα, μας λέει ο Πλούταρχος, ήταν τολμηρή, αγέρωχη προς το σύζυγό της, μιλούσε ελεύθερα ακόμα και για τα σπουδαιότερα ζητήματα. Ο λόγος της είχε βαρύτητα. Κληροδοτούσε και κληρονομούσε περιουσία. Περιφερόταν ελεύθερα παντού και έχαιρε σεβασμού μέσα στην κοινωνία.

 

Ενώ η Αθηναία:

 

«Έμπα στο σπίτι, κόρη, πια και μείνε / πάνω στο γυναικωνίτη σου, μια και όλα / όσα ήθελες να δεις και λαχταρούσες / τ’ απόλαψες. Γιατί, καθώς η πόλη / έχει ανακατευτεί, γυναίκες πλήθος /  τραβά προς τα παλάτια. Κι είναι πράμα / τα θηλυκά κακόγλωσσα από τη φύση. / Μικρή αφορμή να βρουν, από ένα λόγο / ανακατεύουν μύριους. Κι οι γυναίκες / νιώθουν κάποια χαρά, η μια για την άλλη / λόγο καλό ποτές τους να μη λένε».

 

Αυτά λέει ο Παιδαγωγός στην Αντιγόνη στις «Φόνισσες».

 

«Κι όμως οι φρόνιμοι θα πουν πως φρόνιμα έχω  κάμει./ Αλλά δεν θάπαιρνα ποτές, ενάντια στους πολίτες,/ μια τέτοια πράξη απάνω μου, κι ούτε και για παιδί μου, / κι ούτε και για τον άντρα μου. Κι άκουσε για ποιο λόγο. / Αν έχανα τον άντρα μου, θάβρισκα κι άλλον άντρα,/ και το παιδί μου αν έχανα, θα μου γεννιούνταν άλλο. / Μα αφού στον Άδη κρύφτηκαν η μάνα μου, ο πατέρας,/ δεν θα μπορούσε πια αδελφός ποτέ να μου γεννιούνταν. / Εγώ που σε προτίμησα λοιπόν, για τέτοιο λόγο,/ φάνηκα πως αμάρτησα στον Κρέοντα, εδώ τούτον,/ και φοβερά πως τόλμησα, ω ποθητό μου αδέρφι.  

 

 

 Κι από τα χέρια μ’ έπιασε και τώρα έτσι με σέρνει,/ χωρίς κι εγώ να το χαρώ το νυφικό κρεβάτι,/ χωρίς κι ούτε να παντρευτώ, κι ούτε παιδιά να θρέψω. / Κι έτσι από φίλους έρημη, εγώ η δυστυχισμένη/ πηγαίνω τώρα ζωντανή κάτω στους πεθαμένους./ Αλλ’ αν οι αθάνατοι Θεοί κι αυτοί με κατακρίνουν,/ τότε κι εγώ τη δέχομαι μια τέτοια τιμωρία./  Μα αν τούτοι κριματίζονται, τότε κι αυτοί ας μην πάθουν / άλλα αδικώτερα κακά παρ’ όσα εγώ παθαίνω!»

 

Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, η γυναίκα ηρωίδα ακλόνητη και δυνατή στην εμμονή της να θάψει το αγαπημένο σώμα του αδελφού της, δίνει τη ζωή της για ν’ αποδείξει ότι οι άγραφοι νόμοι θεμελιώνουν την ηθική υπόσταση μιας κοινωνίας και έχουν κύρος μεγαλύτερο από τους γραπτούς νόμους.

 

«Μα τώρα εχάθη / κάθε γλυκιά μου απαντοχή. Χωρίζοντας / τώρ’ από σας πικρή ζωή θα κάμω,/ ζωή γεμάτη πόνους. Κι ω τη μάνα σας / εσείς ποτέ με τα γλυκά ματάκια σας / δεν θα την δείτε πια, γιατί θ’ αλλάξετε / τώρα ζωή. Γιατί, γιατί καρδούλες μου, γλυκά έτσι με κοιτάτε; Και γιατί / το τελευταίο γέλιο τα χειλάκια σας / μου προσγελούν; /               

Πω-πω! Γυναίκες / σαν τι να κάμω; Λύθηκε η καρδιά μου / το γελαστό το βλέμμα τους σαν είδα./ Δεν θα μπορούσα! Κι εσείς σκέψεις πούκανα / πάτε από δω. Θα πάρω τα παιδιά μου / μαζί μου όξ απ’ τη χώρα. Κι είν’ ανάγκη / λυπώντας το γονιό τους με το φόνο τους / διπλάσια συμφορά να λάβω η δόλια;/ Όχι, δεν πρέπει, βέβαια! Ολέθριες σκέψεις,/ μακριά! /   Μα τι’ ναι πούπαθα; Γυρεύω / περίγελο λοιπόν να γίνω αφήνοντας / χωρίς να τιμωρήσω τους εχθρούς μου; / Πρέπει να το τολμήσω. Βέβαια, ήταν / πούμαι δειλή και τέτοια γλυκά λόγια / μ’ ανέβασε η ψυχή μου. /            Εμπρός στο σπίτι / παιδιά. /  Κι όποιος θαρρεί την παρουσία του / ανόσια στη θυσία μου, μονάχος του / να το σκεφτεί! Δειλό δεν θάχω χέρι. / Α α α / Καρδιά μου, μη ποτέ, μη, μη το κάμεις./ Άφησ’ τα δόλια, τα φτωχά, λυπήσου τα…/ Αλλ’ όχι! Μα τους καταχθόνιους Θεούς / που τριγυρνούν στον Άδη, τους αλάστορες,/ ποτέ, ποτέ δε θα γενεί ν’ αφήσω / οι οχτροί να μου πομπέψουν τα παιδιά μου. /(Έτσι κι αλλιώς χαμένα. Κι αφού είν’ έτσι / ας τα σκοτώσω εγώ, λοιπόν, που τάκαμα.)

 

Μήδεια του Ευριπίδη, η τραγική μάνα που σκότωσε τα παιδιά της. Η ξενόφερτη τραγική γυναίκα που προδόθηκε από τον άντρα της Ιάσονα και διώχτηκε από την Πολιτεία. Ο Ευριπίδης με τη Μήδεια, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να γεννήσει τον οίκτο των ανδρών και κυριότερα να θέσει το ερώτημα στους Αθηναίους: Γιατί φτάνουν οι γυναίκες εκεί που έφτασε η Μήδεια και η Φαίδρα; Στο ερώτημα, έμμεσα απαντάει ο ποιητής πως φταίνε οι άντρες. Πως φταίει η κοινωνική θέση της γυναίκας. Πως υπεύθυνη δεν είναι η γυναίκα η παντρεμένη που ζει κάτω από άθλιες και δύσκολες συνθήκες.

 

Ο Ευριπίδης έριξε το σπόρο. Ή πιο σωστά η Ασπασία και άλλες εταίρες του καιρού της όπως η Διοτίμα, εργάστηκαν συνειδητά να ξυπνήσουν την Αθηναία, να διεκδικήσει τα δικαιώματά της. Επειδή η Αθηναία ήταν αποκλεισμένη από την Παιδεία, η Ασπασία ίδρυσε σχολή για τη μόρφωσή της.

Με τον καιρό άρχισε να γίνεται λόγος για τη «χειραφέτηση του γυναικείου φύλου. Στην αρχή στο σπίτι του Περικλή, αργότερα στην αγορά και στα γυμναστήρια. Αφορμή παίρνοντας ο Αριστοφάνης και βρίσκοντας θέμα για να κάνει τους Αθηναίους να γελάσουν, γράφει τη Λυσιστράτη, τις Θεσμοφοριάζουσες και τις Εκκλησιάζουσες. «Ειδικά στην τελευταία από τις τρεις κωμωδίες, δεν κορόιδεψε μόνο τις ιδέες και τις αντιλήψεις για την κοινοκτημοσύνη των αγαθών, μα κυρίως κορόιδεψε τη γυναίκα Αθηναία που άρχισε να μιλάει για τη χειραφέτησή της», γράφει ο Γιάννης Κορδάτος.

 

«Εμείς τώρα ας στραφούμε κι ας πούμε παινάδια / για τις εαυτές μας. Αν και τη γυναίκεια φύτρα όλοι κακολογούν. Λεν πως πανούκλες είμαστε στον κόσμο /κι ό,τι κακό εμεί το γεννούμε: δίκες και καυγάδες, / στάσεις και λύπες και πολέμους./ Μα για πέστε τότε / γιατί μας παντρεύεστε, αν είμαστε τέτοιες,/ και μας φυλάτε, στους δρόμους να μη βγούμε και στην πόρτα;/ Πως με τόση στοργή φυλάγετε πανούκλες;/ Αν έξω βγει και δεν βρείτε γυρίζοντας στο σπίτι / Τη γυναικούλα σας, γίνεστε έξω φρενών αντί / Να χαρείτε που έξω από το σπίτι σας είναι η πανούκλα./ Κι αν απ το πολύ παιχνίδι κουρασμένες πέσουμε / Στον ύπνο, όλοι σας την πανούκλα αποζητάτε / Σαν πεινασμένοι στις κλίνες μας τριγυρνώντας./ Αν πάλι στην πόρτα βγούμε, ζητάτε να μας δείτε./ Κι αν από ντροπή κρυφτούμε, ο πόθος σας κορώνει. / Βλέπετε, είμαστε εμείς από σας πολύ πιο καλές./  

 

 

 

 

 Έτσι μιλάει η γυναίκα στον Αριστοφάνη, ενώ η Λυσιστράτη του, διαβάζει στους άντρες ένα μάθημα:

 

«Στους πολέμους τους παλιούς σας ανεχτήκαμε/ με προσοχή σας παρακολουθήσαμε / και πολλές φορές στο σπίτι όταν γυρίζατε / σας ακούγαμε α λέτε ότι σφάλατε / κι όταν να πληροφορηθούμε σας ρωτούσαμε / οι άντρες απαντούσατε: «και τι σε νοιάζει; / Σκάσε». Και μεις τώρα εδώ ρωτάμε: / «Πως γίνεται τόσο ανόητα τα ζητήματα αυτά / να κουμαντάρετε, άντρες;»

 

Τα χρόνια περνούν. Το ποτάμι κυλάει. Ο 5ος αιώνας π.Χ. ήταν το ζενίθ της Λογοτεχνίας, ο 4ος η άνθηση της Φιλοσοφίας και ο 3ος   το κορύφωμα της επιστήμης. Από κει και πέρα το ελληνικό έδαφος, εξαντλημένο σε αντοχή και πνεύμα, θα το δούμε σχεδόν να παραδίδεται στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κληροδοτώντας έτσι μέσα απ αυτήν στη Ευρώπη και αργότερα σε όλο τον κόσμο, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, τα γράμματα και τις τέχνες, για να γίνουν η ζωντανή βάση του πολιτισμού του σύγχρονου κόσμου, λέει ο Durant, και φαίνεται πως έχει δίκαιο.

Οι δώδεκα Θεοί του Ολύμπου εγκαταλείπονται σιγά-σιγά και η Θρησκεία του ενός Θεού που έστειλε το γιο του το μονογενή στους ανθρώπους να τους διδάξει την αγάπη και την μετά θάνατον ανάσταση των νεκρών, κερδίζει έδαφος. Η διδασκαλία Του, τα Πάθη Του, η Σταύρωσή Του, και η Ανάστασή του, εισέρχονται στις καρδιές των ανθρώπων σαν βάλσαμο. Η γυναίκα ήδη ταλαιπωρημένη και κουρασμένη, βρίσκει στοργή και αγάπη στην καινούρια Θρησκεία. Αγωνίζεται με αυταπάρνηση δίπλα στον άντρα, μεταβάλλεται σε μάρτυρα και αγία και βοηθάει στη θεμελίωση της εκκλησίας του Χριστού.

 

«Ποια είναι τούτη που κατεβαίνει /ασπροντυμένη οχ΄ το βουνό;/Τώρα που τούτη η κόρη φαίνεται, Το χόρτο γένεται άνθι απαλό. /Κι ευθύς ανοίγει τα ωραία του κάλλη /και το κεφάλι συχνοκουνεί/ Κι ερωτευμένο να μη το αφήσει, / Να το πατήσει παρακαλεί.

Κόκκινα και όμορφα έχει τα χείλα / ωσάν τα φύλλα της ροδαριάς,/όταν χαράζει και η αυγούλα /λεπτή βροχούλα στέρνει δροσιάς./ Και των μαλλιών της το ωραίο πλήθος /πάνω στο στήθος λάμπει το ξανθό. / Έχουν τα μάτια της όπου γελάνε,/το χρώμα που ναι στον ουρανό.

Ποια είναι τούτη που κατεβαίνει / ασπροντυμένη οχ΄ το βουνό.

 

Στην Μετεπαναστατική ποίηση (από την επανάσταση μέχρι το 1900), ο Διονύσιος Σολωμός στο ποίημα «Η Αγνώριστη» ζωγραφίζει την γυναίκα με όλο το ρομαντισμό της εποχής. Τον βλέπουμε στην φαντασία μας με την παλέτα, τα χρώματα και τον μουσαμά, να την κοιτάζει και να κάνει το πορτραίτο της. «Η Αγνώριστη» του Σολωμού, πάντοτε ασπροντυμένη, πάντοτε θα κατεβαίνει απ΄ το βουνό, πάντοτε κόκκινα θα ΄χει τα χείλια ωσάν τα φύλλα της ροδαριάς και των μαλλιών το ωραίο πλήθος θα λάμπει ξανθό και θα ΄χουν τα μάτια της όπου γελάνε, το χρώμα που ΄ναι στον ουρανό.

Η απεικόνιση της γυναικείας μορφής στην ποίηση θα επαναληφθεί αμέτρητες φορές από τους περισσότερους μετεπαναστατικούς ή Νεοέλληνες ποιητές, οι οποίοι θα απομονώσουν, θα αιχμαλωτίσουν και θα αποτυπώσουν εξιδανικευμένα την παρουσία της, ωραία λόγια, ωραίες εικόνες, ωραία περιγραφή ωραίων συναισθημάτων, λεπτές αποχρώσεις, λεπτά σχήματα και αισθήματα. Η γυναίκα δε ζει, δεν ενεργεί, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να έρχεται ή να φεύγει και να εμπνέει τον ποιητή για να τραγουδήσει τη χαρά του για τον ερχομό της και την απελπισία του για τον αποχωρισμό. Η Γυναίκα δεν έχει σπίτι, ευθύνες, παιδιά, νεύρα, απελπισία, δίκαιο ή άδικο, δεν πλένει πιάτα, δεν σιδερώνει, δεν κουράζεται, δεν μαγειρεύει, δεν κινείται, δεν εργάζεται, δεν έχει προβλήματα, προβληματισμούς, όνειρα και επιδιώξεις, δεν ζει παρά να είναι όμορφη ή για να καταγίνεται με τις ερωτικές της στιγμές.

 

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στην «Ξανθούλα του» θα πει:

 

Μ΄ αρέσει η θάλασσα γιατί μου μοιάζει / μ΄ αρέσει – σ΄ άκουσα να λες κρυφά ,-/ πότε αγριεύεται, βογκεί, στενάζει, / και πότε ολόχαρη παίζει, γελά. / Δεν είναι ολόξανθη σαν τα μαλλιά μου; / Δεν είναι ο κόρφος μου σαν τον αφρό; / Μέσα στα μάτια μου  τα γαλανά μου / δεν έχω κύματα, τάφο, ουρανό;

Μ΄ αρέσει η θάλασσα γιατί μου μοιάζει / κι ας έχει μέσα της κόσμο θεριά…/ Μη στην καρδούλα μου, μη δε φωλιάζει / αγάπη αχόρταγη, σκληρή φωτιά;

Κι εγώ εχαιρόμουνα που, χολιασμένη, / φαρμάκι μόσταζες μες την ψυχή*/ τη ζήλια σου έβλεπα ξαγριωμένη, / στα χείλη σου έβραζε κάθε πνοή.

Τότε κρεμάστηκα στην τραχηλιά σου, / Τη φλόγα σόσβησα με δύο φιλιά, / την όψη εβύθισα μες τα μαλλιά σου, / στον κόρφο σου έστησα κρυφή φωλιά*

Κύμα μου ανήμερο, ψυχή μου φθάνει./ Μη μ΄ αγριεύεσαι, πλάγιας εδώ…/ Θα ΄μαι για σένα νε γλυκό λιμάνι…/ Τι αξίζει η θάλασσα χωρίς γιαλό;

 

Θάλασσα, η γυναίκα για τον Βαλαωρίτη, και ο άντρας γιαλός.

Και σίγουρα θα καταλάβετε ποιού σατυρικού ποιητή μας είναι το παρακάτω ποίημα:

                                    Στη γυναίκα μου

Προσφιλές μου, ταίρι, δίχως να στο πω, / το καταλαβαίνεις ότι σ΄ αγαπώ./  Κι αν με σε κακιώνω στην κακή μου ώρα / κι αρχινά μουρμούρα και κακογλωσσιά, / μου αρέσει να΄χω και ολίγη μπόρα / μου αρέσει λίγη φουσκοθαλασσιά.

 

Δίχως πείσμα αγάπη, δίχως λίγη πίκρα, / δεν αξίζει διόλου και δεν έχει γλύκα./ Βάστα μου γυναίκα, μούτρα σοβαρά, / και κλωστή σου κόβω, κακία σου κρατώ, / επειδή νομίζω πως καμιά φορά / κι η πολλή μπονάτσα φέρνει εμετό.

 

Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω / το καταλαβαίνεις, ότι σ΄ αγαπώ. / Σ΄ αγαπώ με γέλια, μα και θυμωμένη, / κι αν ποτέ γυρίζω να ιδώ καμιά, / πάντα όμως κτήμα δικό σου μένει / η καρδιά μου όλη και …η ασχήμια.

 

Τουλάχιστον ο Γιώργος Σουρής, κόβει λίγο το ρεύμα της εξιδανίκευσης, παρουσιάζοντας την γυναίκα με γέλια μα και θυμωμένη στην καθημερινή της ζωή.

 

…κι η αληθινή γυναίκα / δέντρο που επλάστει απ΄ τους θεούς ν΄ ανθεί κρυφά στον ίσκιο /

 και 

 Σαν να σε βλέπω για πρώτη φορά / κάθε φορά που είσαι εμπρός μου / λάμπανε κι άλλη φορά έτσι χλωρά / τ΄ άνθια, τα νιάτα του κόσμου;

 

Έτσι θα υμνήσει ο Κωστής Παλαμάς την γυναικεία παρουσία.

 

Υπάρχει στην Νεοελληνική ποίηση, ένα αριστουργηματικό ποίημα που αναφέρεται στο χαμό της γυναίκας. Είναι πασίγνωστο. Το «LACRIMAE RERUM» του Λάμπρου Πορφύρα.

 

Άμοιρη το σπιτάκι μας εστοίχειωσεν / από την ομορφιά σου τη θλιμμένη./ Στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα / από την ομορφιά σου κάτι μένει. / Κάτι σαν μόσκου μυρωδιά κι απλώνεται / και το φτωχό σπιτάκι πλημμυρίζει,/ κάτι σαν φάντασμα θολό κι ανέγγιχτο / κι όπου περνά σιγά το κάθε αγγίζει.

 

Όξω, βαρύ, μονότονο ψιχάλισμα / δέρνει τη στέγη μας κι αντάμα / τα πράγματα που αγιάσανε τα χέρια σου / αρχίζουν ένα κλάμα! …κι ένα κλάμα…

 

Κι απ΄ τη γωνιά ο καλός της Λήθης σύντροφος,/ τ΄ αγαπημένο μας παλιό ρολόι,/ τραγουδιστής του χρόνου, κι αυτός κλαίγοντας, / ρυθμίζει αργά, φριχτά το μοιρολόι…

 

Πόσο φτωχαίνει ο κόσμος με την έλλειψη της γυναίκας!

 

Ενώ ο Άγγελος Σικελιανός θα υμνήσει τον ερχομό της γυναίκας στη ζωή του, στον Εωσφόρο το άστρο.

 

Ήρτε γυναίκα απ΄ τα βουνά, σκιρτώντας / σαν αλαφίνα, σειώντας τα μαλλιά της / σα νέο λιοντάρι, και στην αγκαλιά της, / σα με ψηλό κρατώντας το ζωνάρι,/ σε μυστικό κανίσκι την καρδιά της*/ ήρτε γυναίκα που ΄χε στην ποδιά της,/ σαν το μαυροαίματο λαγό που τρέμει / κι από ΄να φύλλο, την αποθυμιά της*/ κι ήρτε σε με ολόισια, σαν οι άνεμοι / στο μοναχό το δέντρο, που βιγλίζει / τεράστιο σε κορφή και συνορίζει / τα σύμπαντα, και ξάφνου βοή να γέμει / προφητική τον ουρανό αρχίζει*

 

ήρτε η γυναίκα που προσδόκαα τώρα –/ κι ανήξερα – καιρό, κρυφά, μονάχος,/ στην κορυφή του πόθου μου ωσά βράχος*/ κι ήρτε για πάντα, κι ήρτε σαν η μπόρα.

 

 Όχι, δεν θα μάθουμε πολλά πράγματα για την γυναίκα από το πορτραίτο της με τα γαλανά, τα καστανά ή τα μαύρα μάτια, από τα συναισθήματα που ενέπνευσε στους Νεοέλληνες ποιητές. Απ΄ αυτά, περισσότερα μαθαίνουμε για τους ίδιους τους ποιητές, παρά για το μοντέλο.

Θα την αναζητήσουμε στο Βάρναλη και δεν θα την βρούμε. Στο ποίημα «Το Πέρασμα» σου, θα βρούμε τον ίδιο να αναστενάζει:

 

Ήρθες εσύ μιαν άγια ώρα, / όραμα θείο και ξαφνικό,/ και γέμισεν ανθόν, οπώρα,/ κελαηδισμόν παθητικό / όλ η καρδιά μας, όλη η χώρα./ 

Αχ! Τόσο λίγο να βαστάξει / τούτ η γιορτή κι η πασκαλιά… / Έφυγες και έχουμε ρημάξει / ξανά και πάλι… Η πασκαλιά / γιατ έτσι λίγο να βαστάξει!

 

Εδώ τονίζεται η αναγκαιότητα της γυναικείας παρουσίας, και της ομορφιάς που δίνει στη ζωή. Το ποίημα του Ουράνη «Περαστικέ», δείχνει τη νοσταλγία της εικόνας και της ατμόσφαιρας της γυναικείας παρουσίας, έστω περαστικής.

Γυναίκες που σας είδα σ΄ ένα τραίνο / τη στιγμή που εκκινούσε γι άλλα μέρη / γυναίκες που σας είδα σ΄ άλλου χέρι / με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο, γυναίκες σε μπαλκόνια να κοιτάτε / στο κενό μ΄ ένα βλέμμα ξεχασμένο / ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο / μ΄ ένα μαντήλι αργό να χαιρετάτε –/ να ξέρατε με πόση νοσταλγία / στα δειλινά τα βροχερά και κρύα / σας ξαναφέρνω στην ανάμνηση μου, / ω, σας, που επεράσατε μιαν ώρα / απ΄ την ζωή μου μέσα, και που τώρα / στα ξένα έχετε πάρει την ψυχή μου.

 

Μια διευκρίνιση: Μακριά από μένα η σκέψη να κρίνει το έργο των μεγάλων ποιητών. Την γυναίκα ψάχνω να βρω και σου την βρίσκω.

Ακόμα και μέσα από την αποστροφή του Κώστα Καρυωτάκη, του πατέρα της σύγχρονης ποίησης, θα δούμε την δική του έλλειψη αγάπης, τα δικά του προβλήματα, όχι την γυναίκα. Τουλάχιστον όμως δεν βλέπουμε την εξιδανίκευση με την οποία τράφηκαν γενιές και γενιές αντρών που έψαχναν να βρουν την γυναίκα φάντασμα και απογοητεύονταν, και γενιές γυναικών που απογοητεύονταν γιατί δεν μπορούσαν να μοιάσουν το μοντέλο των ποιητών. Και λέει ο Καρυωτάκης:

 

Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα / πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές./ Κομψά ρόδινα μέλη, πλαστικές / γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα./ 

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια./ Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών./ Ένα έχετε όνειρο: τον αγαθόν άντρα σας / και τα νόμιμα κρεβάτια.

 

Χορός ημιπαρθένων, δύο-δύο,/ μ΄ αλύγιστο το σώμα, θριαμβικά, / επίσημα και τελετουργικά, / πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή το Ωδείο./ Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες./ Σαν την Σελήνη πριν ρομαντικές,/ αύριο Παναγίες, όσο προχτές, / ακούοντας τη Βαλένζια, σκαμπρόζες./  

Ένα διάστημα παίζετε το τέρας / με τα τέσσερα πόδια κολλητά. / ρέχετε και διαβάζετε μετά / τον οδηγό σας «Δια τας μητέρας».

 

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλει,/ μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,/ ή να βυθομετρούσατε κι εσείς / με μια φουρκέτα τ΄ άδειο σας κεφάλι! /Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα, / γλοιώδη στόματα υποκριτικά, /ανυποψίαστα μηδενικά / πλάσματα και γι΄ αυτό προνομιούχα!

 

Το ποίημα αυτό του Καρυωτάκη είναι η μόνη ρωγμή στην συνεχή μορφική και συναισθηματική παρουσίαση της γυναίκας, αντιμετώπιση επιφανειακή, ή ερωτική αναζήτηση και περιγραφή ερωτικών στιγμών. Η παράδοση συνεχίζεται και μέχρι τους μεγάλους σύγχρονους ποιητές στην αντιμετώπιση της σαν πλάσμα εξωγήινο, μακρινό και απρόσιτο ακόμα και όταν ζει και αγωνίζεται μαζί τους, και λέγοντας τους μεγάλους σύγχρονους ποιητές εννοώ τον Γιώργο Σεφέρη, τον Γιάννη Ρίτσο και τον Οδυσσέα Ελύτη. Οι νεώτεροι ποιητές και όχι ακόμα πάρα πολύ γνωστοί, την αντιμετωπίζουν επιτέλους, σαν ανθρώπινο πλάσμα, μέσα στα ποιήματα τους και αυτό είναι παρήγορο. Άρχισε ήδη να φυσάει ο καινούριος άνεμος. Μέχρι όμως να φυσήξει για τα καλά, ας δούμε την γυναίκα, μέσα από την ίδια την γυναίκα. Μέσα από την γυναίκα – ποιήτρια.

 

Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!/ Στη νύχτα τι ωφελάει; / Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια! / ποιος ξέρει ο ύπνος μου κρυφός / αν κάπου εδώ φυλάει. / Κι αν του ανακόβεται η στιγμή / να ΄ρθει, που τον προσμένω./ Έχω στο στόμα την ψυχή,/ μου παρατήσαν οι λυγμοί / το στήθος κουρασμένο./ 

Πάρτε το φως! Είναι καιρός / να μείνω πια μονάχη. / Φτάνει η απάτη μιας ζωής./ Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός / για την στερνή μου μάχη./  

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί./ Ας μου απομείνει κάτι / για να πλανέψω τη νυχτιά, / να σκύψει κάπως πιο θερμή / στο ανήσυχο μου μάτι./  

Πάρτε το φως! Είν η στιγμή!/ Τη θέλω όλη δική μου. / Είναι η στιγμή να κοιμηθώ…/ Πάρτε το φως! Με τυραννεί…/ Μου αρνιέται την ψυχή μου…

 

Μαρία Πολυδούρη. Νάτην η γυναίκα. Τσακισμένη, απογοητευμένη, κουρασμένη, χωρίς ζεστασιά γύρω της. Κι ήταν μόλις 28 χρονών όταν πέθανε, το 1930.

 

Με το μάθημα τούτο τη φτωχή μου τη ζήση / -δραχμές χίλιες μου δίναν- είχα πια εξασφαλίσει./ Στο φαΐ μου οχτακόσιες –μια ζωή μετρημένη-/ για το νοίκι διακόσιες –καμαρούλα μια πήχη-/ και για τ΄ άλλα σκεφτόμουν κάτι πάλι θα τύχει.

Ήταν κάποια κυρία κοσμική, καλεσμένη / στα μεγάλα σαλόνια κι είχε ανάγκη να ξέρει / για τον Όμηρο κάτι, για της Λέσβου τη λύρα, / στην κουβέντα τη στίχους που και που ν΄ αναφέρει / ν΄ απαγγέλλει Μαβίλη, Καβάφη, Πορφύρα./

 

Ένα μάθημα ακόμα κι ζωή θα ΄ναι ωραία / -συλλογιόμουν- στο τέλος θα της μάθω και αρχαία! / Όταν ξάφνου μου λέει: «Θα σας πάψω ένα μήνα / -που καιρός για μελέτη, το τριώδι έχει ανοίξει! / Ξενυχτώ κάθε βράδυ στους χορούς κολομπίνα, / και θαρρώ ε σας έχω το κουστούμι μου δείξει. / Τι σουξέ πούχω κάνει! Τα πιο φίνο λαμέ! / Δεκαπέντε χιλιάδες μου κοστίζει μοντέλο / το γκράν σικ απ΄ ευθείας τόχει φέρει για με!/ κι ασορτί πως μου πάει μυτερό το καπέλο…»/ Θα ΄πε κι άλλα -δεν ξέρω το μυαλό μου, σα σφήνα, / μια κουβέντα τρυπούσε: «-Θα σας πάψω ένα μήνα!»

 

Νάτην η γυναίκα με διπλό πρόσωπο, η γυναίκα που αγωνίζεται για την επιβίωση της, και η άλλη που δεν έχει παρόμοιο πρόβλημα εύθυμη γαντζωμένη στις πλουσιοπάροχες απολαύσεις του πρόσκαιρου βίου. Το ποίημα της Σοφίας Μαυροειδή –Παπαδάκη «Ιδιαίτερο μάθημα» λέει σίγουρα πολλά περισσότερα από την λέξη επιβίωση και το αντίθετο της λέξης αυτής, και μακάρι να μας έπαιρνε ο χρόνος να το αναλύσουμε.

 

Η Λιλή Ιακωβίδου θα μας πει:

Είναι η καρδιά μας σαν την γη./ Αδιάκοπα και δέχεται νεκρούς και καταπίνει./ Κι ύστερα τάφος γίνεται πηγή / για ν΄ αναβρύζουν οι καρποί / κι οι μυρωδάτοι κρίνοι./

Η γυναίκα που δεν πτοείται από τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις.

 

Η Χρυσάνθη Ζιτσαία, θα τραγουδήσει τη Νίκη της Γυναίκας:

Χαρά σ εσέ, ψυχή που υψώθηκες / απάνω απ΄ όλα σου τα πάθη./ Από πια βάθη /προς το γαλάζιο ανέβηκε το φως!/ 

Σκάφος στα πέλαγα ακυβέρνητο,/ ντυμένη με το σάλο / κι απ΄ το ταξίδι το μεγάλο, / από τη δίνη των κυμάτων / κι απ΄ των ανέμων την ορμή / μια ασάλευτη στο βράχο προτομή.

Στα τρίστρατα σε δείραν της ζωής / λιοπύρια, χιόνια./  Από τη ίδια σου φλέγεσαι φωτιά,μ΄ όλα του κόσμου τα στοιχειά / στα μαρμαρένια πάλεψες αλώνια./ Από του μίσους πέρασες την κόλαση,/ του πάθους, την φωτιά την ιερή,/ τ΄ αφανισμένου μόχθου την απόγνωση, / την πιο πικρή της εγκατάλειψης οδύνη / αδάμαστη και φλογερή / κι απ΄ της αγάπης το καμίνι, / και βγήκες διαμαντόπετρα σκληρή.

 

Διαμαντόπετρα σκληρή για την Χρυσάνθη Ζιτσαία η γυναίκα και αγάπη για τη Μελισάνθη θα πει:

 

Η Αγάπη μόνο βαστάζει όλα τα φορτία./ Μπορώ να βαστάξω όλα τα φορτία./ Γιατί η Αγάπη είναι το μέγα φορτίο./ 

 

Η αγάπη έπλασε τον άνθρωπο./ Η αγάπη εδώρισε το φως./ Πιστεύω στον Άνθρωπο./ Πιστεύω στην Αγάπη.

 

Γιατί η Αγάπη είναι το φως και η δωρεά!/ Γιατί η Αγάπη είναι ο Άνθρωπος./ 

 

Μυρτιώτισσα θα υμνήσει τον έρωτα με ένα μοναδικό τρόπο, η Δεύτερη χρονολογικά, μετά από την Αμιλία Δάφνη, 1902 – ποιήτρια, ονομάστηκε από τους κριτικούς «καινούρια Σαπφώ».

 

Σ΄ αγαπώ, δεν μπορώ, τίποτ άλλο να πω, πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο./ Μπρος στα πόδια σου εδώ, με λαχτάρα σκορπώ, τον πολύφυλλο ανθό της ζωής μου./ Ω, μελίσσι μου πιες, απ΄ αυτόν τις γλυκές, τις αγνές ευωδιές της ψυχής μου. / Τα δυο χέρια μου να! στα προσφέρω δετά, για να γύρεις γλυκά το κεφάλι./ Κι η καρδιά μου σκιρτά, κι όλη ζήλια ζητά, να σου γίνει ως αυτά προσκεφάλι!

Και για στρώμα, καλέ, πάρε όλην εμέ, σβησ΄ τη φλόγα σ με της φωτιάς σου./ Ενώ δίπλα σου εγώ, τη ζωή θ αγρικώ, να κυλάει στο ρυθμό, της καρδιά σου./ Σ΄ αγαπώ τι μπορώ ακριβέ να σου πω, πιο βαθύ, πιο απλό πιο μεγάλο!

 

Δε βάσταξες, αγάπη μου…/ Δε βάσταξές, αγάπη μου, στο δύσκολο ανηφόρι,/ κουράστηκες, παραπατάς,/ παλεύεις με την παγωνιά και με το ξεροβόρι,/ ωσότου, τέλος σταματάς.

 

Γυναίκα εγώ, και σύρθηκα ψηλότερ΄ από σένα,/ κι ακόμα, βλέπεις, προχωρώ,/ σαν τα πουλιά που επίμονα τραβάνε για τα ξένα,/ και με σπασμένο το φτερό…

 

Πως βλέπουμε τη γυναίκα μέσα από την Ελληνική Ποίηση; Σαν ανθρώπινο πλάσμα, που ενέπνευσε τους ποιητές των εποχών, με την ομορφιά της (Ελένη), την υπομονή της (Πηνελόπη), σαν θύμα θυσίας (Ιφιγένεια), σαν Μάνα (Κλυταιμνήστρα – Σάρα), σαν Ηρωίδα (Αντιγόνη), σαν τραγική μάνα που σκοτώνει τα ίδια της τα παιδιά (Μήδεια), σαν φεμινίστρια (Λυσιστράτη), σαν Αγία και Μάρτυρα (στη Χριστιανική Θρησκεία), σαν Αγωνίστρια (Δέσπω, Λένω), σαν θύμα θηριωδίας (κυρά Φροσύνη) σαν γυναίκα που η ομορφιά της παρουσίας της έγινε πορτραίτο στον Σολωμό, Θάλασσα στον Βαλαωρίτη,  σύντροφος στο καλό και το κακό στο Σουρή, Φως στον Παλαμά, αγαπημένο στοιχειό στον Πορφύρα, ελαφίνα και ερχομός στον Σικελιανό, Πασχαλιά μέρα γιορτής στο Βάρναλη, Περαστική κλέφτρα της ψυχής στον Ουράνη, ανυποψίαστο μηδενικό στον Καρυωτάκη, Γυναίκα με ό,τι περικλείει η έννοια της λέξης στον Σεφέρη, Ομορφιά στον Ελύτη, τρυφερότητα στο Ρίτσο.

Πως είναι η γυναίκα μέσα από τη δική της ποίηση;

Η καρδιά μου είναι σαν μικρού παιδιού (Σαπφώ). Φτάνει η απάτη μιας ζωής (Πολυδούρη). Ένα μάθημα ακόμα και η ζωή θάναι ωραία (Παπαδάκη). Είναι η καρδιά μας σαν τη γη (Ιακωβίδου). Και βγήκες διαμαντόπετρα σκληρή (Ζιτσαία). Πιστεύω στον άνθρωπο, Πιστεύω στην αγάπη (Μελισάνθη). Ενώ δίπλα σου τη ζωη εγώ θα αγρικώ (Μυρτιώτισσα).

Το πρόσωπο της γυναίκας στην ποίηση έχει απόλυτη σχέση με την κοινωνική της ιστορία. Από την πλήρη ανεξαρτησία και τη συμμετοχή της στα κοινά της Μινωικής εποχής, έφτασε στο ουκ οίη στο όχι μονάχη των Ομηρικών χρόνων, σεβαστή παρ΄ όλα αυτά, στον αποκλεισμό της απ΄ την παιδεία, στην εποχή του Περικλή, μέχρι τον αναλφαβητισμό και τον πλήρη εγκλεισμό της στο σπίτι μέχρι πολύ πρόσφατα, με μόνες εξαιρέσεις: τους αγώνες για την θρησκεία, στους χριστιανικούς χρόνους, και τους αγώνες για την ελευθερία, στην επανάσταση του 1821.

Από τον έκτο αιώνα π.χ., από την Σαπφώ δηλαδή, η γυναίκα δεν έχει φωνή στην Ελληνική ποίηση για αιώνες, μέχρι το 1902 που τυπώνεται η ποιητική συλλογή Χρυσάνθεμα της Αιμιλίας Δάφνη. Τόσο πρόσφατη είναι η ποιήτρια στην Νεοελληνική Ποίηση. Παράλληλα η ιστορία της γυναίκας που σπουδάζει, που εργάζεται έξω από το σπίτι, της γυναίκας που κάνει καριέρα σε κάποιο επάγγελμα, ή αφιερώνεται στα γράμματα και τις τέχνες, μιλάμε για την Ελλάδα πάντοτε, είναι μικρή. Η αρχή όμως έγινε και αυτό είναι το σημαντικό.

Το πρόσωπο της, στην σύγχρονη και στην Νέα ή Μοντέρνα ποίηση, αλλάζει μορφή. Η γυναίκα εδώ παρουσιάζεται σαν ανθρώπινο πλάσμα, με όνειρα και επιδιώξεις, με ελπίδες και απελπισία, ενεργητική, πολυάσχολη, φιλάνθρωπη, μέσα στο μεγαλείο που αποκτά με την ανεξαρτησία της και την υπευθυνότητα της, ευαίσθητη παρ΄ όλα αυτά, υμνείται η συμμετοχή της στα κοινά, παραμένουν όμως αναλλοίωτα μυστήρια η ψυχή της και η ομορφιά της. Οι ποιήτριες πληθαίνουν στο μεταξύ και η φωνή της γυναίκας ακούγεται πιο δυνατά, μέσα από τα δικά της ποιήματα.

Στις 10 Δεκεμβρίου 1948, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, ψήφισε την Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στο πρώτο άρθρο, βλέπουμε, ότι όλα τα ανθρώπινα πλάσματα γεννιούνται ελεύθερα και ίσα ως προς την αξία και τα δικαιώματα. Είναι προικισμένα με λογική και οφείλουν να ενεργούν προς αλλήλα με πνεύμα αδελφοσύνης. Πάνω σ΄ αυτό στηρίχτηκε η διακήρυξη για την πρόοδο και την νομική θέση της γυναίκας, η οποία διακήρυξη υπογράφτηκε στις 2 Μαρτίου 1967.

 

Τώρα δε, μένει: Πίστης, Ελπίς, Αγάπη. Τα τρία ταύτα. Μεγαλυτέρα δε τούτων είναι η Αγάπη.

***

Οι ποιητικές μου συλλογές: «Κύκλοι», «Διαστάσεις», «Σύνολα», «Φάσμα», «Άλφα», «Λάας», «Εφτά», και «Λ όπως Λάρισα», σας περιμένουν στο http://linakaramba.blogspot.com/

Advertisements

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: