Αναρτήθηκε από: lina2410 | 13/06/1999

Η Μάνα στην Ποίηση

  

Η ΜΑΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

 

Ένα παιδί, μοναχοπαίδι αγόρι

αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη. 

«Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,

μ’ αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,

της μάνας σου να φέρεις την καρδιά

να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου»,

Τρέχει ο νιος, την μάνα του σκοτώνει

Και την καρδιά τραβά και ξεριζώνει

Και τρέχει να την πάει μα σκοντάφτει

Και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη,

Κυλάει ο γιος, και η καρδιά κυλάει

Και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.

Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει»:

-Εχτύπησες, αγόρι μου; …Και κλαίει!

 

Υπάρχει αυτός ο μύθος σχεδόν σε όλα τα μέρη του κόσμου.

Ο Γιόχαν Ρίχτους τον έκανε ποίημα. Ο Ζαν Ρισπέν τον έκανε ποίημα.

Ο Άγγελος Βλάχος τον μετέφρασε στα Ελληνικά.

Γαία, Κυβέλη, Δήμητρα, Αθηνά, Θεοτόκος, Μάνα, Μήτρα. Κυοφορία και συνέχεια. Η διαιώνιση του είδους. Αναγκαιότητα. Φύση. Σκοπός και ελπίδα. Είναι απλό. Σπερματοζωάριο συν ωάριο. Συγχώνευση του αρσενικού με το θυληκό. Η καινούρια ζωή.

Η Επιστήμη μας μιλάει για κύτταρα, για πυρήνα, για χρωματοσώματα, για το αναπτυσσόμενο έμβρυο που διατρέφεται από το σώμα της Μητέρας.

Η θρησκεία μας μιλάει για το προπατορικό αμάρτημα. Για το Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού. Παράβαση και τιμωρία: «Προς δε την γυναίκα είπε: «Θέλω υπερπληθύνει τας λύπας σου και τους πόνους της κυοφορίας σου.Με λύπας θέλεις γεννά τέκνα».

 «Με την αμαρτωλότητα εγκαθιδρύθηκε η σεξουαλικότητα» λέει ο φιλόσοφος Κίρκεγκωρ στην «έννοια της αγωνίας», και ο ερευνητής Τζαίημς Μ. Τάννερ, επισημαίνει ότι η μελέτης της αύξησης από τη στιγμή της σύλληψης ως την ώρα της γέννησης είναι καλά θεμελιωμένη. Γνωρίζουμε ότι ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων αυξάνει το μέγεθος του οργανισμού, ότι η κίνηση ομάδων κυττάρων βοηθά τη διαμόρφωση του οργανισμού, και των κυττάρων και τα προπαρασκευάζει για διάφορες εργασίες. Γνωρίζουμε επίσης ότι μερικά κύτταρα πρέπει να πεθάνουν για να βοηθήσουν στη διαμόρφωση του ζωντανού οργανισμού.

Τα χρωμοσώματα και τα δυσεξακρίβωτα στοιχεία που τα συνθέτουν «τα γονίδια» είναι γνωστό ότι παίζουν το ρόλο σχεδιαστών και εποπτών. Ωστόσο, καταλήγει, παρά τις αυξανόμενες γνώσεις μας πάνω στον σπουδαίο αυτό τομέα, στο βάθος παραμένει αναπάντητο το ερώτημα «πως» και «με ποιο τρόπο».

 Κι γω όλη την ώρα σκέφτομαι έντομα αυτό το κοριτσάκι, το μεγαλωμένο με ακούσματα ύμνων για το μεγαλείο της μητρότητας, για το θρίαμβο του φύλου του στο προνόμιο να εγκυμονεί την καινούρια ζωή. Γυναίκα κάποτε, ανακαλύπτει τη διακοπή της περιόδου και τη βεβαιότητα της εγκυμοσύνης.

Σκέφτομαι τη λευκή γυναίκα, τη μαύρη γυναίκα, την κίτρινη γυναίκα, την πλούσια, τη φτωχή, την ώριμη και την ανήλικη, μπροστά σ αυτή τη μοιραία βεβαιότητα της εγκυμοσύνης. Τη γυναίκα την έτοιμη να δεχτεί το γεγονός με τη λαχτάρα γιγαντωμένη και τα όνειρα στο ξεκίνημά τους, και τη γυναίκα την ανέτοιμη, την παγιδευμένη μέσα σε μια εγκυμοσύνη ανεπιθύμητη, μέσα στον πανικό που μετατρέπει την ευλογία της Μητρότητας, σε κατάρα.

Σκέφτομαι την εννιάμηνη γέφυρα που θα διαβεί η Γυναίκα για να γίνει μητέρα. Φόβος, ενθουσιασμός, αγωνία, καρτερικότητα, πανικός, απελπισία, ικανοποίηση, περηφάνια, αβεβαιότητα, ευφορία, εκμηδένιση. Τόσες διαφορετικές αντιδράσεις, όσες και οι μέλλουσες μητέρες.

Η Ισιδώρα Ντάνκαν στα απομνημονεύματά της «Η ζωή μου» υποστηρίζει ότι: «Μπορεί να πει κανείς ό,τι θέλει για την Ιερή εξέταση. Καμιά γυναίκα που έκανε παιδί, δεν την φοβάται. Είναι σωστό παιχνίδι, αν συγκριθεί με το μαρτύριο του τοκετού: Ώρες ολόκληρες, χωρίς έλεος, αυτή η βάρβαρη θεότητα μου τσάκιζε τα κόκαλα και μου ξέσχιζε τα νεύρα. Λένε ότι αυτοί οι πόνοι γρήγορα ξεχνιούνται. Αλλά μου είναι αρκετό να κλείσω τα μάτια για να ξανακούσω τα ουρλιαχτά μου».

Οι περισσότερες γυναίκες πραγματικά ξεχνούν τους πόνους του τοκετού, αυτό που δεν ξεχνούν και ακούν και ξανακούν σαν κλείσουν τα μάτια, είναι η πρώτη κραυγή του βρέφους.

Σύλβια Πλαθ, μια μεγάλη σύγχρονη ποιήτρια και το «Πρωινό τραγούδι»:

Η αγάπη σε κούρντισε σα βαρύ χρυσό ρολόι

Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου

πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχεία

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου.

Καινούριο άγαλμα.

Σ ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου

Σκιάζει την ασφάλειά μας. Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι

σαν τοίχοι

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου

Από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά

Τη δική σου αργή

Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου

Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ

Ν αφουγκραστώ:

Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.

Μια κραυγή και σκουντουφλώ απ το κρεβάτι, βαριά σαν

Γελάδα και λουλουδιασμένη

Μες στο Βικτωριανό μου νυχτικό.

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού.

Το τετράγωνο του παραθύρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια.

Και τώρα δοκιμάζεις

Μια φουχτίτσα νότες.

Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.

«Η παραδοχή ή η άρνηση της εγκυμοσύνης επηρεάζεται από ποικίλους παράγοντες, από τον καιρό ακόμα των παιδικών ονειροφαντασιών και της αγνοίας της ήβης» μας λέει η Σιμόν ντε Μπωβουάρ στο «Δεύτερο φύλο» και συνεχίζει: «Καθώς η Γυναίκα γίνεται με τη σειρά της Μάνα, παίρνει με κάποιο τρόπο τη θέση εκείνης που τη γέννησε. Αυτό το γεγονός αποτελεί μια ολοκληρωτική χειραφέτηση. Αν πραγματικά επιθυμεί αυτή τη χειραφέτηση, θα ενθουσιαστεί από την εγκυμοσύνη χωρίς να έχει ανάγκη από καμιά συμπαράσταση. Όταν νοιώθει τον εαυτό της κυριαρχημένο, εξαρτημένο, θα δει το νεογέννητο σαν αδελφούλα ή αδελφάκι κι όχι σαν δικό της καρπό. Αν πάλι θέλει να δεν τολμά να ελευθερωθεί, φοβάται μήπως αντί το παιδί να τη σώσει, την υποτάξει σε καινούριο ζυγό».

Και γω σκέφτομαι μόνο εκείνο το ανυπεράσπιστο και ταυτόχρονα παντοδύναμο πακετάκι από σάρκα και οστά και ψυχή και ζωή που φωλιάζει μέσα στο μπράτσο της Μάνας κοντά στο στήθος στην πρώτη του κατοικία στον κόσμο μας, και την πληρότητα θυμάμαι που σε κατακλύζει γιγαντωμένη να σε αφανίσει, βλέπω να αγγίζω ξανά με την ίδια περιέργεια, την ίδια απορία, τον ίδιο θαυμασμό τα μικρά δαχτυλάκια, τη ροζ τρυφερή σάρκα, τα μέλη, το βρέφος πούχει μέσα στο κεφαλάκι του όλο τον απαραίτητο μηχανισμό για προσαρμογή και επιβίωση για χιλιάδες χρόνια μετά από την εποχή που γεννήθηκε, τόσο μελλοντικό, τόσο τέλειο, τόσο πραγματικό, μα και τόσο ανίσχυρο και ευάλωτο. «Με κάθε νεογέννητο ανανεώνεται η συνθήκη του Θεού με τον άνθρωπο». Κάπου θα πρέπει να το άκουσα αυτό, δεν θυμάμαι πια. Ο καθένας μπορεί να το νοιώσει, να το πει, να το κάνει δικό του, όπως την Γένεση από το «Άξιον εστί» του Οδυσσέα Ελύτη.

Ας θυμηθούμε μερικά αποσπάσματα:

 

Στην αρχή το φως και η ώρα η πρώτη

                                               που τα χείλη ακόμη στον πηλό

                                               δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου

                                               Εκεί μόνος αντίκρισα

                                               τον κόσμο

                                               κλαίγοντας γοερά                                 

 

Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα

                                       Είδα τότε, θυμάμαι,

                                 τις τρεις Μαύρες Γυναίκες

να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή

Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφησαν

λίγο-λίγο σβήνοντας

                               δεξιά Και τα φυτά σχημάτων άλλων

Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου

πολυάχτιδος όλος που καλούσε

 

 Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν

Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ τον ουρανό

          Ένοιωσα ήρθε κι έσκυψε

          Πάνω απ το λίκνο μου

ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν

τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:

                      

«Εντολή σου, είπε, αυτός ο κόσμος

                        και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι.

                        Διάβασε και προσπάθησε

                        Και πολέμησε» είπε

«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε

Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει

νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη

          —————

                   

Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου          έφτασαν

                     τ αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα

                     και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες

                     και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί

                     οστρακόδερμοι γενειοφόροι

και το νέφος εχώρισαν στα δύο Και αυτό πάλι στα τέσσερα

και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά

Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες

Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε

ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

                  

ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος

Ο Ελύτης στο σοφό του ποιητικό δημιούργημα, αναπαριστά την Γένεση του ανθρώπου και της φύσης, την Γένεση της ζωής από την σκοπιά του δημιουργήματος, από τη σκοπιά αυτού που γίνεται, που γεννιέται.

Ο Κώστας Βάρναλης στο ποίημα «Οι πόνοι της Παναγιάς» παίρνει την αντίθετη όψη, αυτή του δημιουργού, της μάνας.

 

Που να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;

Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;

Δε θα σε μάθω να μιλάς και τα άδικο φωνάξεις.

Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκιά

Που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενα σπαράξεις.

Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,

θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,

από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.

Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.

Εσύ νοικοκερόπουλο – όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ

να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό

να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,

κι ύστερα απ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ

που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντήλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ αλήθεια, φως της αστραπής,

χτυπήσει ο κύρης τα ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις!

Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν!

Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!

Η γήινη κόρη γεννά ένα Θεό. Η Θεομήτωρ δεν μπορεί παρά να υποφέρει σαν γήινη φύση. Αυτή η οδύνη την ανεβάζει στο Μεγαλείο του Ιδανικού πλάι στο γιο της. Στην πορεία της ανθρωπότητας το πικρό αυτό μερίδιο της ανύψωσης σε θρόνους σιωπηλής Οδύνης, Ελέους και συγχώρεσης έγινε εμπειρία αμέτρητων Μανάδων.

Η Μελισσάνθη στο ποίημά της «Στοργή» έχει περικλείσει όλη την πορεία αυτών των μανάδων μέσα στην ίδια πορεία στη Φύση:

Με τι στοργή, με τι φροντίδα μητρική,

τυλίγεις στο απαλό βαμβάκι και στο χνούδι

τα πλάσματά σου τα πρωτοφανέρωτα!

Σκεπάζεις με βελούδο και με πούπουλο

κάθε νεογέννητο

το τρυφερό βλαστάρι, το μπουμπούκι,

το νεοσσό, της ελαφίνας το μικρό, το μοσχαράκι.

Όλες τις φλέβες σου τρυπάς να τρέξει γάλα.

Με ύπνο και με όνειρα σκεπάζεις το παιδί.

Κι ύστερα πάλι, με τι μητρική σκληράδα

απ το μαστό σου τα αποκόβεις όλα.

Το βλασταράκι πέφτει φύλλο κίτρινο

στου φθινοπώρου τους ανασασμούς.

Φύλλο το φύλλο κάθε ανθός μαδάει.

Σκύβει τον τράχηλο το βόδι στο ζυγό,

πέφτει το ελάφι από του κυνηγού το βέλος,

μ ολάνοιχτες φτερούγες πέφτει το πουλί

και το παιδί ξυπνάει στο φως που το πληγώνει.

Με τι σκληράδα μητρική το ζώνεις το σπαθί

και το ξεπροβοδάς στη μάχη

«Ή ταν, ή επί τας»…

Στήθος με στήθος το πάλεμα αρχινάει

βόγκος, κατάρες, θρήνος, κοπετοί,

ρόγχος θανάτου και μαζί φωνές θριάμβου…

Μα σιγά σιγά καταλαγιάζει ο σάλαγος της μάχης.

Πάνω στο ίδιο χώμα κείτονται μαζί

δήμιοι και κορμιά σφαγμένα, σπαραγμένα.

Με τι στοργή, με τι φροντίδα μητρική

τα ξαναπαίρνεις τότε στην αγκάλη σου.

Με τι σκοπό, με τι νανούρισμα τα αποκοιμίζεις!

Με ύπνο και μ όνειρα σκεπάζεις το νιογέννητο παιδί!

Με νέα χλόη τους νεκρούς σκεπάζεις.

Ύστερα από το σάλαγο της μάχης, σιωπή!

Σιωπή! Όλα με τη στοργή σου τα σκεπάζεις,

όλα έχουνε συγχωρεθεί.

Υπάρχει λιτότητα, σοφία, κρυμμένη συγκίνηση και απλότητα στα ποιήματα που δημιουργούν οι ποιήτριες πάνω σε θέματα θανάτου και καταστροφών. Αντίθετα, οι ποιητές είναι πιο λυρικοί, δείχνουν να πονούν περισσότερο, φτιάχνουν εικόνες συγκινητικές, σκορπούν απλόχερα τη συγκίνηση, σπαράζουν και δονούν το συναίσθημα του αναγνώστη.

Στον «Επιτάφιο» ο Γιάννης Ρίτσος αφήνει το λυρισμό του να ξεχειλίσει. Ας ακούσουμε μερικά αποσπάσματα:

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,

πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου.

Πως κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω

και δε σαλεύεις, δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω.

Στη στράτα εδώ καταμεσής τα άσπρα μαλλιά μου λύνω

και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει

κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δεν μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω

και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

Κορώνα μου αντιστύλι μου, χαρά των γηρατειών μου,

ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

πως μ άφησες να σέρνομαι και να πονώ μονάχη

χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κ αστάχυ.

Με τα ματάκια σου έβλεπα της γης κάθε λουλούδι,

με τα χειλάκια σου έλεγα τα αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,

όλη τη γης αγκάλιαζα κ όλ ήτανε για μένα.

Νιότη απ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμα αχνογελούσα,

Τα γηρατειά δεν τρόμαζα, τον θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα που θα κρατηθώ, που θα σταθώ, που θάμπω,

που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σούναι βολετό ναρθείς ξανά σιμά μου,

Πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκιά μου συντροφιά μου.

Κι αν είν τα πόδια σου λιγνά, μπορώ να περπατήσω

κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.

 

Και συνεχίζει με συνεχώς αυξανόμενο λυρισμό ένα από τα πιο σημαντικά και αντιπροσωπευτικά του ποιήματα.

 

«Βουβάσου πια. Δεν θέλω άλλα δάκρυα μέσα σε τούτο το σπίτι»., θα πει η Μάνα στο «Ματωμένο γάμο του Λόρκα. «Τα δικά σας τα δάκρυα τρέχουν μονάχα από τα μάτια. Μα τα δικά μου θ ανέβουν από τις πατούσες των ποδιών μου, σα θα βρεθώ μονάχη. Θ αναβλύζουνε από τα σωθικά μου πιο καυτά και από το αίμα.

Τι αγωνία νάχω πια, αφού όλοι τους είναι πεθαμένοι; Από δω και μπρος θα πλαγιάζω τις νύχτες και θα κοιμάμαι δίχως να τρέμω τα μαχαίρια και τις πιστόλες. Άλλες μανάδες θα ξυλιάζουν από το κρύο και τη βροχή να καρτεράνε τα παιδιά τους, κρεμασμένες στα παράθυρα, Εγώ, πάει πια».

 

Ίσως αυτή είναι η απάντηση. Ο πόνος της μάνας ποιήτριας και ο πόνος της μάνας είναι πάρα πολύ βαθύς για ν απλωθεί σε λυρικά σχήματα.

 

Η Ελένη Βακαλό στο «Τέλος του σπιτιού» μας δίνει μια ωραία στιγμή στην ποίηση και ένα διαφορετικό σκηνικό για τη Μάνα.

Μια μέρα ο μεγάλος μου γιος είπε:

«Το βράδυ δεν θα γυρίσω στο σπίτι νωρίς».

Έβαλα τα μικρά να κοιμηθούνε,

και τότε θαρρώ πως κοίταζα το σπίτι μας για πρώτη φορά.

Ήταν παλιό,

και το χειμώνα θα έσταζε με τις βροχές.

 

Το παιδί μεγάλωσε, λοιπόν. Για τη μάνα αρχίζει η δεύτερη και πιο οδυνηρή γέννα για το ίδιο παιδί. Ήρθε ή πλησιάζει η ώρα το παιδί της να γεννηθεί ξανά. Αυτή τη φορά όχι από το σώμα της στην οικογένεια, αλλά από την οικογένεια στην Κοινωνία των ανθρώπων. Πιάνει τον εαυτό της να το παρατηρεί από την κορφή μέχρι τα νύχια. Αρχίζει ν ανοίγει ξαφνικά πολύωρες συζητήσεις. Δοκιμάζει τις εσωτερικές του δυνάμεις. Παρακολουθεί τα φτερά του. Τα δοκιμαστικά του πετάγματά. Αναρωτιέται για τις δυνάμεις του και τις δυνατότητές του. Για τις πιθανότητές του να βρει το δικό του ρυθμό πετάγματος, την απαραίτητη ισορροπία ανάμεσα στα ρήματα ΘΕΛΩ, ΜΠΟΡΩ και ΠΡΕΠΕΙ. Προσπαθεί να καταλάβει πόση αγάπη του ‘δωσε η οικογένεια και πόση κατάφερε αυτό να απορροφήσει. Τι το πλήγωσε και τι το σημάδεψε. Με τι είδους φορτίο ξεκινάει.

Ο Λαινγκ στο βιβλίο του «Η πολιτική της Εμπειρίας», εκφράζεται πολύ αποφασιστικά και ξεκαθαρισμένα πάνω στο θέμα αυτό:

«Από τη στιγμή που γεννιέται το βρέφος, υπόκειται σ αυτές τις δυνάμεις της βίας που ονομάζουμε αγάπη, όπως συνέβηκε και με τη μητέρα και τον πατέρα του και τους δικούς τους γονείς, καθώς και τους γονείς που προηγήθηκαν. Οι δυνάμεις αυτές ασχολούνται βασικά με την με την καταστροφή των περισσότερων δυνατοτήτων του. Αυτή η επιχείρηση έχει απόλυτη επιτυχία. Τον καιρό που το νέο ανθρώπινο πλάσμα θάχει συμπληρώσει τα 15 του χρόνια, μας παραδίδουν ένα ον σαν και μας. Μια μισότρελη ύπαρξη περισσότερο ή λιγότερο προσαρμοσμένη σ ένα σχιζοφρενικό κόσμο. Αυτή είναι η έννοια του φυσιολογικού στη σημερινή εποχή. Η αγάπη και η βία, μιλώντας με ακρίβεια, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Η αγάπη επιτρέπει στον άλλον να υπάρχει έχοντας όμως στοργή και ενδιαφέρον. Η βία προσπαθεί να περιορίσει την ελευθερία του άλλου, να τον αναγκάσει να ενεργεί με τον τρόπο που μας αρέσει., αλλά με πλήρη έλλειψη προσοχής κι αδιαφορία για την ύπαρξη ή τη μοίρα του άλλου. Καταστρέφουμε έτσι αποτελεσματικά τον εαυτό μας με τη βία που έχει μεταμφιεστεί σε αγάπη».

Η αγάπη επιτρέπει στο παιδί να υπάρχει, έχοντας στοργή και ενδιαφέρον. Θυμάμαι εκείνη την αρχαία Κινέζικη συνταγή μέσα στην Ανατολική σοφία: «Τα παιδιά είναι μουσαφίρηδες μέσα στην οικογένειά σας. Φερθείτε τα με ευγένεια, στρώστε το τραπέζι για φαγητό και δώστε τους χαρούμενη ατμόσφαιρα και αγάπη, όπως ταιριάζει σε υψηλούς φιλοξενούμενους. Όταν έρθει η ώρα να φύγουν, να πάνε στο σπίτι τους, αποχαιρετήστε τους με χαμόγελο κι αφήστε να πάρουν μαζί τους τις καλλίτερες αναμνήσεις».

Και το παιδί μεγάλωσε. Ήρθε, λοιπόν η ώρα να ξεκινήσει το δρόμο για το δικό του σπίτι, τη δική του ζωή, το δικό του όνειρο. Σαν νάταν χθες που έτρεχε απρόσεκτα έπεφτε χτυπούσε κι αυτή το έπαιρνε στην αγκαλιά της και το μέρωνε. Το φιλούσε και ο πόνος περνούσε. Κι αυτή που έμπαινε ανάμεσα στον κίνδυνο και στο παιδί της όταν αυτό αρρώσταινε, κι αυτή που όταν το έφερε η περίσταση, στο καταπληκτικό ποίημα της Έντνα Βίνσεντ Μίλλαιη, ορθώθηκε ανάμεσα σ αυτό και στο θάνατο του πολυαγαπημένου συντρόφου της, του πατέρα του, απλά και ψύχραιμα, παρ όλο τον πανικό και τον πόνο της, τώρα δεν θα ξέρει πότε κινδυνεύει το παιδί της και θα είναι ανίσχυρη να το προστατέψει.

Έντνα Βίνσεντ Μίλλαιη: Μια μεγάλη μορφή στην παγκόσμια ποίηση:

Ακούστε με παιδιά:

ο μπαμπάς πέθανε.

Με τα παλιά σακάκια του θα σας κάνω ρουχαλάκια,

πανταλονάκια θα σας κάνω απ τα παλιά του πανταλόνια.

Θα βρούμε μες στις τσέπες του τα πράγματα που έβαζε

κλειδιά και κέρματα πασπαλισμένα με καπνό.

Τα κέρματα είναι του Νταν να τα βάλει στην Τράπεζα 

και της Αννέτας είναι τα κλειδιά με τη μικρή τη μουσική τους.

Κι η ζωή δεν σταματάει

και τότε που πεθαίνει ένας καλός σαν τον μπαμπα σας άνθρωπος.

Άννα, το γάλα σου,

Νταν το γιατρικό σου,

κι η ζωή δε σταματάει,

δε θυμάμαι γιατί.

 

Ναι. Η ζωή συνεχίζεται, λοιπόν. Το παιδί μεγαλώνει. Ήρθε η ώρα να γεννηθεί για δεύτερη φορά. Να φύγει. Για σπουδές. Για στρατό. Για δική του οικογένεια. Όλη η ψυχή της Μάνας, όλη της η ύπαρξη μαζεύτηκε στα μάτια. Και τότε είδε τον κόσμο: σαν απειλή και τρόμαξε. Σαν καλοσύνη και χαμογέλασε. Σαν αιχμηρή αρένα και μάτωσε. Σαν δημιουργικό αγώνα και χάρηκε. Σαν πόλεμο κι αλαφιάστηκε. Σαν ειρήνη και αγαλλίασε.

 

Κοιμήσου συ, μωράκι μου σε κούνια καρυδένια,

σε ρουχαλάκια κεντητά και μαργαριταρένια.

 

Έλα, Χριστέ και Παναγιά, και πάρ το στους μπαξέδες

Και γέμισε τους κόρφους του λουλούδια, μενεξέδες.

 

Κοιμήσου συ παιδάκι μου κι η μοίρα σου δουλεύει

και το καλό σου ριζικό σου κουβαλάει και φέρνει.

Ποια Μάνα όταν νανούριζε το παιδί της σ οποιοδήποτε σημείο της γης, έκανε όνειρα το μωρό της, το τρυφερό αυτό πλάσμα, να γίνει μια μέρα δολοφόνος ή θύμα δολοφονίας;

Φτου κρυμμένος κι άκρυφτος…

Περνάει, περνάει η μέλισσα

Με τα μελισσόπουλα και με τα παιδόπουλα…

Ποια Μάνα όταν έπαιζε με το παιδί της, ψηλό ίσαμε τη μέση της, κι έβαζε εκείνο τα μικρά του ποδαράκια πάνω στα πόδια της να περπατήσουν αλλόκοτα, σε αντίθετες κατευθύνσεις, αλλά σε ένα σώμα, σκέφτηκε ποτέ ότι το παιδάκι της θα γινόταν κάποτε εγκληματίας πολέμου ή νεκρός ήρωας πολέμου;

Του παιδιού μου εγώ το γάμο

μια Λαμπρή θα τονε κάνω.

Μια Λαμπρή, μια Κυριακή

Μια χαρούμενη γιορτή.

Ποια Μάνα που έτρεχε κι εκλιπαρούσε να βρει τροφή για το ασθενικό της παιδάκι φιλοδόξησε ποτέ να γίνει το παιδάκι της βιαστής ή θύμα βιασμού;

Άλφα Βήτα Γάμα Δέλτα όλα τα βιβλία φέρτα

Και μολύβια και χαρτί για να γράψω κάτι τι…

Ποια Μάνα όταν καθόταν δίπλα στο παιδί της να συλλαβίσουν μαζί τις πρώτες λεξούλες είχε την παραμικρή ιδέα, ότι μάθαινε τα πρώτα γράμματα στον άνθρωπο που θα γινόταν έμπορος ναρκωτικών ή ναρκομανής, ή πόρνη;

Και ποια Μάνα όταν το παιδί της την ξεπέρασε στο ύψος και την κανάκευε και γελούσαν αμέριμνα, ποια Μάνα μάντευε ότι το παιδί της θα γινόταν βασανιστής ή θύμα βασανιστηρίων;

Πόσο μακριά είναι εκείνο το κοριτσάκι που Γυναίκα πια, ετοιμαζόταν να περάσει την εννιάμηνη γέφυρα για να γίνει Μητέρα.

Τι γιορτές και τι γενέθλιες χαρές ήταν εκείνες! Πως έμπαινε το καλογυαλισμένο παρκέ, το ακριβό κρύσταλλο, το αστραφτερό και τακτοποιημένο σπίτι ανάμεσα στην αγάπη της για το παιδί της! Τι ήξερε αργότερα για την πλευρά του ποταμού της συνέχειας που θα έπαιρνε αυτή την πλευρά της Μάνας του αδικητή ή την πλευρά του αδικημένου;

Ναι. Υπάρχει η Μάνα και από τις δύο πλευρές. Υπάρχει η Μάνα του Δήμιου και η Μάνα του μελλοθάνατου. Υπάρχει η Μάνα του μεγαλοφυούς ανθρώπου και η Μάνα του απλοϊκού, του διάσημου και αυτού που τον γνωρίζουν μόνο οι συγγενείς του, του ευτυχισμένου και του δυστυχισμένου, του πλούσιου και του φτωχού, του Επιστήμονα και του αγράμματου, του Επαναστάτη και των διωκτών του.

Κι έχουν όλες οι Μάνες αυτό το κοινό σημείο. Τον άρρηκτο δεσμό τους με το παιδί τους και τα δυνατά και απόλυτα συναισθήματα: την αγωνία, την ανησυχία, το φόβο, την αγάπη, τη στοργή, την τρυφερότητα, τον πόνο, την κατανόηση, την επιείκεια, τη συγγνώμη, τη συμπαράσταση στη ζωή που κυοφόρησα μέσα στα σπλάχνα τους και νοιάζονται για τη διατήρησή της, όπως η φύση, χωρίς διάκριση, πέρα από νόμους ανθρώπινους, πάνω από το καλό και το κακό, την ομορφιά και την ασχήμια, τη δύναμη και την αδυναμία.

Και είναι ΑΥΤΟ το Μεγαλείο της ΜΑΝΑΣ.

Τόσο παλιό, τόσο γνωστό και τόσο πάντα επίκαιρο το ποίημα του Γεράσιμου Μαρκορά:

 

Μάνα! Δε βρίσκεται λέξη καμία

νάχει στον ήχο της τόση αρμονία

σαν ποιος να σ άκουσε με στήθος κρύο

όνομα θείο;

Παιδί από σπάργανα ζωμένο ακόμα,

με χάρη ανοίγοντας γλυκά το στόμα

γυρνάει στον άγγελο που τα αγκαλιάζει

και Μάνα κράζει.

Της νιότης φεύγουνε τα άνθια κι η χάρη,

τριγύρω σέρνεται με αργό ποδάρι,

ώσπου στην κλίνη του, σα βαρεμένος,

πέφτει ο καημένος.

Και πριν την ύστερη πνοή του στείλει,

Αργά ταράζονται τα κρύα του χείλη,

Και με το Μάνα μου! Πρώτη φωνή του,

Πετά η ψυχή του.

                              

Η ομιλία δόθηκε πολλές φορές από το 1989 μέχρι σήμερα σε πολιτιστικές αίθουσες ύστερα από πρόσκληση συλλόγων και ομίλων

***

Οι ποιητικές μου συλλογές: «Κύκλοι», «Διαστάσεις», «Σύνολα», «Φάσμα», «Άλφα», «Λάας», «Εφτά», και «Λ όπως Λάρισα», σας περιμένουν στο http://linakaramba.blogspot.com/

Advertisements

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: